Ενδείξεις για την ύπαρξη μικροβιακής ζωής στην Αφροδίτη;

 

Στα πυκνά νέφη θειικού οξέος που καλύπτουν την γειτονική μας Αφροδίτη ανακαλύφθηκε η χημική ουσία φωσφίνη, ένα αέριο που στην Γη τουλάχιστον παράγεται αποκλειστικά από μικρόβια. Πρόκειται για μία από τις ισχυρότερες έως τώρα ενδείξεις για την ύπαρξη μικροβιακών μορφών ζωής σε άλλον πλανήτη του Ηλιακού συστήματος και για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο στην προσπάθειά μας να αναζητήσουμε τα ίχνη της ζωής και αλλού, χωρίς ωστόσο να αποτελεί απόδειξη για την ύπαρξή τους.

Με βάση τις έως τώρα γνώσεις μας και με την τεχνολογία που διαθέτουμε, μπορούμε θεωρητικά να ανιχνεύσουμε την ζωή σ’ έναν άλλο πλανήτη, μόνο εάν αυτή επιβιώνει στην επιφάνεια ή/και στην ατμόσφαιρά του. Αυτό ισχύει διότι η ζωή μεταβάλλει την χημεία της ατμόσφαιρας ενός πλανήτη, ακριβώς όπως η ζωή στην Γη συνέβαλε στον εμπλουτισμό του πλανήτη μας με οξυγόνο. Αναλύοντας, λοιπόν, το φάσμα της ατμόσφαιρας ενός πλανήτη, αναζητούμε «βιοϋπογραφές», δηλαδή τις ενδείξεις για την ύπαρξη συγκεκριμένων χημικών ενώσεων, οι οποίες θα είχαν μικρή πιθανότητα να οφείλονται σε μη βιολογικές διεργασίες. Αυτό περίπου έκανε και ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής την Jane Greaves από το Πανεπιστήμιο του Cardiff, με την βοήθεια των τηλεσκοπίων James Clerk Maxwell στην Χαβάη και ALMA στην Χιλή.

Η φωσφίνη, βασικό δομικό υλικό του RNA και του DNA, αποτελείται από ένα άτομο φωσφόρου και τρία άτομα υδρογόνου και στην Γη παράγεται από αναερόβια βακτήρια. Πραγματικά, στον πλανήτη μας τουλάχιστον, δεν υπάρχει καμία γνωστή γεωλογική ή άλλη διεργασία που να συνθέτει φωσφίνη σε σημαντικές ποσότητες. Οι συνθήκες, βέβαια, στην Αφροδίτη είναι πολύ πιο «ακραίες». Η μέση θερμοκρασία στην επιφάνειά της αγγίζει τους 460 °C και αυτές οι ακραία υψηλές θερμοκρασίες οφείλονται σε ένα ανεξέλεγκτο και αυτοτροφοδοτούμενο φαινόμενο του θερμοκηπίου, το οποίο προκαλείται από την τεράστια συσσώρευση CO2, που παγιδεύει την υπέρυθρη ακτινοβολία. Η περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας της Αφροδίτης σε CO2 είναι τόσο μεγάλη, ώστε η ατμοσφαιρική πίεση στην επιφάνειά της είναι τουλάχιστον 90 φορές μεγαλύτερη απ’ αυτήν της Γης. Θεωρητικά, αν και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ότι σ’ αυτές τις ακραίες συνθήκες ενεργοποιείται κάποια άγνωστη χημική αντίδραση που παράγει φωσφίνη, η απουσία υδρογόνου στην Αφροδίτη είναι ένας ακόμη παράγοντας που δυσχεραίνει αυτή την πιθανότητα.

Πραγματικά, η Αφροδίτη εμπεριέχει ελάχιστο υδρογόνο, γι’ αυτό και είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επινοηθεί μία μη βιολογική διεργασία που παράγει φωσφίνη στις ποσότητες που ανιχνεύθηκαν. Αντιθέτως, γνωρίζουμε ότι η φωσφίνη μπορεί να σχηματιστεί αβιοτικά στο εσωτερικό πλανητών όπως ο Δίας και ο Κρόνος, διότι αυτοί οι αέριοι γίγαντες εμπεριέχουν σημαντικές ποσότητες υδρογόνου και οι υψηλές θερμοκρασίες και πιέσεις στο εσωτερικό τους ευνοούν την παραγωγή της.

Η σχετική έρευνα δημοσιεύθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου στο περιοδικό Nature Astronomy και, όπως αναφέρεται στην περίληψή της, «Μετά από εξαντλητική μελέτη, η παρουσία φωσφίνης παραμένει ανεξήγητη … καθώς δεν υπάρχει κάποιος γνωστός αβιοτικός μηχανισμός παραγωγής της στην ατμόσφαιρα της Αφροδίτης, στα νέφη, την επιφάνεια και το υπέδαφός της ή μέσω κεραυνών, ηφαιστειακής δραστηριότητας και πτώσης μετεωριτών. Η φωσφίνη αυτή είτε προέρχεται από άγνωστες ακόμη φωτοχημικές και γεωχημικές αντιδράσεις ή, κατ’ αναλογία με την βιολογική παραγωγή φωσφίνης στην Γη, από την παρουσία ζωής».

Η ανεξάρτητη επιβεβαίωση της παρουσίας φωσφίνης στα νέφη της Αφροδίτης αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την επιστημονική κοινότητα. Εάν, λοιπόν, αποδειχθεί μελλοντικά ότι η φωσφίνη αυτή όντως προέρχεται από βιολογικές διεργασίες, τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την εξωγήινη ζωή γενικότερα; Κατ’ αναλογία με αντίστοιχα επιχειρήματα ύπαρξης μικροβιακής ζωής στον Άρη από την ανίχνευση ποσοτήτων μεθανίου, εάν οι έρευνες αυτές επιβεβαιωθούν και εάν αποκλειστεί οποιαδήποτε μη βιολογική σύνθεση των ενώσεων αυτών, τα ευρήματα αυτά μπορεί να σημαίνουν ότι τέτοιες απλές μορφές ζωής μπορούν να σχηματίζονται σχετικά εύκολα και σε διαφορετικές πλανητικές συνθήκες. Αυτό από μόνο του είναι εξαιρετικά σημαντικό. Αυτό, ωστόσο που εξακολουθούμε να αγνοούμε είναι το πόσο εύκολη ή/και πιθανή είναι η μετάβαση από τις μονοκύτταρες στις πολυκύτταρες μορφές ζωής.

Αλέξης Δεληβοριάς, Διδάκτορας Φυσικής

Web Tv